Μια κουστωδία μηχανημάτων που αντηχούσαν σαν τρόμος και μου πριόνιζαν την ακοή πρωί πρωί, μ'έκανε να πεταχτώ από το δωμάτιο στο μπαλκόνι μου.
Στο αντικρυνό οικόπεδο,το γεμάτο δένδρα,αντίκρυ από έναν χλωμό πρωινιάτικο ήλιο,μηχανήματα εκτελούσαν δυο πανέμορφες ολάνθιστες πασχαλιές.
Πασχαλιές,ξεκούραση ακριβή των ματιών μου μέχρι τώρα,καταντήσανε διακορευμένα φτωχολούλουδα πλέον, σπαρμένα στον δρόμο...
Η βλάστηση και οι κήποι
πολυκατοικίες και λησμονιά.
Κι εγώ καλούμαι να συμφιλιωθώ με την εκτέλεση,να κατανοήσω τις ανάγκες των ανθρώπων,να υπερυψώσω την σιωπή μου στα δρώμενα,να καθαρίσω τα μάτια από θραύσματα μωβ ροζ λουλουδιών
Απόψε δεν θα μυρίζει πασχαλιά,βαριά θάναι η ανάσα,μεγάλη πίκρα η απώλεια.
Σε ξαναέπλασα,όσο μπόρεσα,πάνω στο πιάτο μου...
Τους πήρα στα χέρια μου προσεκτικά να τους ξεσκονίσω...
Η θύμηση πάει πίσω,σε χρόνια νεανικά.
Λέξεις ξεχασμένες,αγαπημένες "βραχίονας,κεφαλή,αυλάκια,γρατζουνιά"
Πόσες φορές δεν στάθηκα μπροστά από την βιτρίνα του δισκάδικου για να χαζέψω τ'αραδιασμένα εξώφυλλα που σαν σειρήνες με καλούσαν...
Με τι λαχτάρα κρατούσα τον θησαυρό στα χέρια μου,όταν κατάφερνα να τον αποκτήσω και με πόση βιασύνη γυρνούσα σπίτι για να τον ακούσω.
Κάθε φορά μια ιεροτελεστία ξεκινούσε με το που κρατούσα τον φάκελλο στα χέρια μου, σαν να ερχόταν σ'επαφή με ερωτικό άγγιγμα το ίδιο το βινύλιο, μ'αυτό το μαύρο χρώμα και τα χαραγμένα αυλάκια που φύλαγαν τους μαγικούς ήχους.Και μετά η τοποθέτηση του πάνω στο πλατώ του πικάπ κι ύστερα η μικρή εκείνη βελόνα σαν άγγιζε τα μαύρα αυλάκια ξεχύνονταν από τα ηχεία οι μελωδίες,τα τραγούδια,η απόλαυση...ακόμα κι όταν κολούσε η βελόνα στον δίσκο δεν κατάφερνε να μειώσει την απόλαυση.
Γέμισα από νοσταλγία σήμερα, με αυτόν τον πρώτο μεγάλο έρωτα, που ονομάζεται βινύλιο και παρόλο που περάσανε πολλά χρόνια,'οπως όλοι οι μεγάλοι έρωτες,δεν έχει ξεχαστεί!
Και αφού τελείωσα το πιάτο,χαμογέλασα.
Τρεις λέοντες στο σπίτι μου...
κι εγώ... ζυγός!
Και που λέτε...
γνώρισα την αχτιδα
και βεβαίως τα κέικ της τα καταπληκτικά
κι έδωσα άφεση στον ζαχαροδιαβήτη μου
και γονάτισα μπροστά στην ιερότητα του κέικ...
Το να περιγράψω την αχτίδα μου είναι αδύνατον.Τα λόγια θάναι φτωχά,λίγα.
Θα πω μόνο τούτο:Στα μάτια της τα γελαστά θητεύει η ισοροπία.
Μήτρα ζεστή φιλόξενη η αχτίδα, με μια καρδιά που δουλεύει ασταμάτητα στο ρυθμό της προσφοράς.
Αχτίδα μου
Δέσποινα των σιελογόνων μου
κατάφερες να πληρωθούν όλες οι αισθήσεις μου.Η όραση μου αντικρύζοντας την δουλειά σου , η ακοή μου ακούγοντας το τιτίβισμα σου, η αφή μου όταν ανοίχτηκαν οι αγκαλιές μας και βεβαίως η γεύση και η όσφρηση οι ευδαιμονούσες.
Αχτιδούλα μου,ανοιχτό παράθυρο στον κόσμο δεν θα σου πω ευχαριστώ,απλά θα σου πω σε περιμένω να ανταποδώσω την φιλοξενία.
Μια ζωή, φίλη μου, εστία και βωμός.
Χθες βράδυ,μαζί σου ξεφύλισα τις σελίδες μου.
Σβηστά τα φώτα κι ο χρόνος κρυμμένος στην έκρηξη της στιγμής.
Απελευθερώθηκε η ανάσα μου,καθρεφτίστηκα στο παρελθόν και συνάντησα την ζωή μου την ταιριαστή και αταίριαστη.
Μικρά ηφαίστεια τα μάτια,κύλησε η λάβα της χθεσινής μου αγρύπνιας,αυλάκι μακρύ,κι έκαψε ξανά τις ουλές.
Στα σοκάκια των αναμνήσεων ξεσκέπασα ένα μικρό κομμάτι της ζωής μου,στα λιγοστά όνειρα μιας άλλης εποχής.
Και η σελήνη κρεμασμένη ανάποδα πάσχιζε να βρει διέξοδο στα τείχη της Ιεριχούς μου.
Χθες βράδυ φίλη μου ήμουν εύθραστη, διάφανη, ευάλωτη.
Χθες βράδυ με άκουσες,με στήριξες
Χθες βράδυ, μαζί, ραντίσαμε τους καιρούς...
Σέυχαριστώ.