Πήρες στα χέρια σου ένα κομμάτι μέταλλο.Το επεξεργάστηκες,το έκανες θήκη.
Θήκη για να τοποθετήσεις ένα κομμάτι ξεθωριασμένης φωτογραφίας μου από τότε...τότε που άρχιζε η ζωή μου και ήταν ακόμα μακρύς ο δρόμος...από τα άγουρα χρόνια...τα χρόνια που ξεκίνησα το ταξίδι μου, χωρίς πυξίδα.
Συναρμολόγησες ό,τι αγαπώ,συναρμολόγησες τις αλήθειες μου.Τράβηξες την κουρτίνα να φανεί το έσω...
Μου ζωγράφισες στα μαλιά την άνοιξη με ρόδα αμάραντα.
Το πράσινο λιβάδι μου το τύλιξες στην καρδιά μου,δροσερό,απέραντο,φυτεμένο με άπειρα όνειρα να καρπίζουν...
Μου έβαλες φτερά νεράιδας,εμένα την ονειροταξιδεμένη.
Θέλω να σου πω ότι είναι ακόμα ανοιχτά τα φτερά μου να πετάξουν σε καιρούς, χωρίς κανένα μούδιασμα...
Το Κολοσσαίο,η αρένα της ζωής μου.Κατάφερα να επιβιώσω. Οι πορφυροί χιτώνες μου γίνανε λευκές εσθήτες.Πέταξα τις λόγχες μου στο ποτάμι...
Ο ΦΑΡΟΣ μου,ο σηματοδότης μου,το καταφύγιο μου,εκεί που παίρνω το αντίδωρο μου από το χέρι του Θεού μου,εκεί που ποτέ δεν παζάρεψα την ψυχή μου...
Και τον λίγο χώρο που απόμεινε τον κάλυψες μένα δάκρυ λουλουδιών...αυτό το δάκρυ που ανθίζει πολλές φορές στα μάτια μου, όπως λες...
Με κάλυψες με συμπαγές γυαλί...για να με προφυλάξεις από την σκόνη των ανθρώπων...από τους αναμάρτητους που λιθοβολούν...
Το δώρο που μου χάρισες.
Μία καρφίτσα!Στερέωμα σε ύφασμα από Ανατολή φερμένο.
Σ'ευχαριστώ!










